Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012

Ου Στέργιους ου τζιουμπάνους κι ου γκόμπλιαρους

 Απο το Δομένικο με ΑΓΑΠΗ!

http://www.domeniko.gr/

Ου Στέργιους είχι καμιά εξηνταριά γιδουπρόβατα κι μ΄ αυτά πόριβι. 

Τα βουσκούσι σιαπάν στουν Αι Λια κι στ’ Νιρικίτα. Μια μέρα ικεί που κάθουνταν σι μια κουτρόνα κι λαλαούσι τ’ φλουέρα άκ’σι έναν τρανό βρόντου που σείσ’κι κι όλους ου τόπους, τ’ φάγκι σα στραπόβουλου, αλλά δεν είχι σύννιφα στουν ουρανό. Είχι πέσ’ «κεραυνός εν αιθρία» που λέμι ιμείς οι γραμματζέν’ κι ασραπόκαψι έναν πεύκου. Τηράει ψ’λότιρα είδι να βγαίν καπνός, ζιούγουσι σ’μότιρα, ένας τρανός πεύκους καίγουνταν. Ικεί που χάζιβι τ’ν φουτιά ου Στέργιους ακούει ένα δυνατό σούργμα, «όι» είπι «ποιος σουρίζ’ ιδώ δεν είνι καγκαένας». Ήταν ένας γκόμπλιαρους(μεγάλο και χοντρό φίδι) κουλουριασμένους στουν πεύκου κι χάλιβι(ζητούσε) βοήθεια. Ήταν σι πουλύ δύσκουλ’κατάστασ’. 
Η φουτιά όλου κι ανέβινι προς τα πάν’. Ου γκόμπλιαρους μόλις είδι του Στέργιου τουν είπι «έλα σμότιρα κι δώσι μ’ τ’ν κλούτσα να σουθώ». « Κι που ξέρου ιγώ άμα σι σώσου δε θα μι τσιμπήσ’ς κι θα πιθάνου, ποιος έχ’εμπιστουσύν’ σι φίδ’, αυτά δεν έχουν μπέσα». 
« Έλα σώσι μι, δε βλέπ’ς η φουτιά έφτασε στ’ νουρά μ’ κι θα σι κάμου ό,τ’ καλό θέλ’ς, δε μι λυπάσι λίγου, κινδυνεύω να καώ ζωντανό. 
Ου Στέργιους συλλουίσκι ξισυλλουίσκι κι σκέφκι « τι θα πάθου άμα τουν βουηθήσου, κρίμα να γίν’ σκρούμπους(στάχτη) του ζουντανό, κι τ’ν κλούτσα τι τ’ν έχου, τουν δίνου μιάν κι τουν αφήνου στουν τόπου». 
Μι τα πουλλά άπλουσι τ’ τζιουμπανίκα, αρπάχκι ου γκόμπλιαρους κι κουλουριάσκι στου λιμό τ’ Στέργιου, που τρομαριάσκει τόσου πουλύ, τουν κόπκι η ανάσα, η μιλιά κι γίνκι σα σνάκ(μελάνιασε). Ου γκόμπλιαρους είχι βγάλ’ τ’ γλώσσα όξου, τ’ν έπιζι κι τουν είπι «πε τι καλό θέλ’ς να σι κάμου, τώρα που μ’έσουσις».
 Ου Στέργιους ήταν ακόμα τρουμαριασμένους μι φουνή ξιψυχισμέν’ είπι «αυτό που θέλου μ’ φαίνιτι δύσκουλου να γέν’, να θέλου να μι μάθ’ς τ’ φουνή απ’ όλα τα ζουντανά, να καταλαβαίνου τι λέν’ κάθι φουρά αναμιταξύ τα. 
Αυτό θέλου, τίπουτα άλλου». «Αυτό είνι εύκουλου για μένα, άνξι του στόμα σ’»,- έφτ’σι μια φουρά μέσα -«απ’ τα τώρα θα καταλαβαίν’ς τι λέν’ κάθι φουρά τα ζώα, πρόσιξι όμους, άμα πεις του μυστκό σι άλλουν του σάλιου θα γίν’φαρμάκ’ κι θα πιθάν’ς, άιντι στου καλό, κι να μη αστουχήσ’ς τι σ’ είπα. Κι να του θάμα γίνκι, απ’ τα τότι ου Στέργιους καταλάβινι κάθι φουρά τι ανάγκις είχαν τα ζουντανά τ’.

Πέρασαν χρόνια, του κουπάδ’ Στέργιου τράνιψι, γίγκι τσιέλιγκας τρανός, πήρι κι τζιουμπαναρέους κι όλα αυτά ιπειδή κάθι φουρά ίξιρι τι θέλουν τα ζουντανά, τρουφή, νιρό κι του σπουδιότιρου πότι δεν ένιουθαν καλά τα γιάτριβι. 
Οι άλλ’ απουρούσαν, γιατί τα ζουντανά τ’ Στέργιου ούτι αρρώστιναν, ούτι ψουφούσαν, που να’ξιραν του μυστικό που έκρυβι ου Στέργιους. 
Τ’στρούγκα τ’ είχι στ’ Νιρικίτα. Ξικίντσι μια μέρα μι τ’ γ’ναίκα τ’, ικείν καβάλα στ’ φουράδα κι απού πίσου ακουλουθούσι του φουραδούλ’. 
Όταν έφτασαν στ’ μέσ’ απ’ τουν ανήφουρου στουν Αι Λια, του φουραδούλ’ είχι απουστάσ’ κι απόμκι πίσου, σταμάτσι κι αρχίντσι να χλιμιτράει. 
Μόλις τ’ άκ’σι η φουράδα, έκαμι κι αυτή του ίδιου.
 Η φουράδα είπι στου μ’κρό τ’ς « ιγώ είμι φουρτουμέν’ κι δε σταματώ, ισύ δε ντρέπισι να μ’ λες ότι κουράσκις κι δεν έχ’ς άλλου κουράγιου;» 
Ου Στέργιους κατάλαβι τι ίλιγαν κι είπι στ’ γ’ναίκα τ’ ότι έπριπι να κατιβεί κι να πιρπατήσ’ μέχρι τ’ν κουρφή. Η γ’ναίκα τ’ κατέφκι απ’ τ’ φουράδα, αλλά ήθιλι σώνει κι καλά να μάθ’ πως κατάλαβι τι ίλιγαν τα ζώα αναμιταξύ τα. 
Ου Στέργιους δεν έβγαλι μιλιά, έκαμι πως δεν άκσι. 
Του βάρισι στου κ’φό. Κάπουτι κι άλλου έφτασαν στ’ στρούγκα, οι τζιουμπαναρέοι μόλις είδαν τ’ αφεντικό, μπήκαν στου κουπάδ’ να τσακώσουν ένα αρνί για να του ψήσουν. 
Κάθι φουρά που τσάκουναν ένα, βίλιαζι παραπουνιάρκα, ιπειδή καταλάβινι τι του πιριμέν’, ου Στέργιους καταλάβινι κι ίλιγι όχ’ αυτό, ώσπου βρήκαν μια προυβατίνα που δεν βίλιαζι, αυτήν έσφαξαν.

 ‘Εφαγαν κι ήπιαν. Η Στέργινα το’δισι κόμπου, ντε κι καλά ίθιλι να μάθ’ του μυστικό, στου γυρισμό τ’ γάννουσι του κιφάλ’.
Έφτασαν στου σπίτ’, η Στέργινα τουν τρύπ’σι, δεν τουν άφ’νι σι ρήνια(ησυχία). «Θέλου να μ’ πείς πως καταλαβαίν’ς τ’ν γλώσσα απ’ τα ζουντανά, είμι η γ’ναίκα σ’, τι κρύβισι απ’ τ’ ιμένα;» Τουν Στέργιου τουν τσάκουσι πουνουκέφαλους, « ρε καλή μ’, ρε χρυσή μ’, άμα σι πω του μυστικό θα πιθάνου». 
Ικείν’ στ’ γκουρτσιά του σύνορου, ιπέμινι, «θέλ’ς να μι χάις, να μείν’ς χουρίς άνδρα;» «Όχ’ ιγώ θέλου να μάθου». «Ιτότι τοίμασι τ’ γούρνα, βράσι του στάρ’ κι ζύμουσι του ψουμί που θα δώσ’ς τουν κόσμου για παρηγοριά». 
Τουν Στέργιου τουν τσάκουσι απιλπισία, δεν τουν χουρούσι ου τόπους, άναβι τσιγάρις τ’ μιαν μιτά τ’ άλλ’, του κιφάλ’ γίνκι καζάν’. «Βρε μι τι έντυσα» είπι. Βγήκι όξου στ’ν αυλή να τουν χ’πήσ’ λίγου αέρας. 
Πήρι τ’ν τρανή απόφασ’ κι μόλις πέρασι τουν κατώφλιου κι ήταν έτ’μους ν’ ανοίξ’ του στόμα, άκ’σι του σκλί να γκαουλνάει κι ίλιγι «αφιντικό πάρι του ψουμί κι ρίξ’του σι μένα, του στάρ’ στ’ κότις κι πάρι κι ένα γκουρπάτ’ς(κοντόξυλο) για τ’ Στέργινα κι δώσ’τ’ς να καταλάβ’». 

Δεν πρόλαβι να απουσώσ’ του σκλί κι αρχίντσι να λαλάει ου κόκοτας «δεν αντρέπισι γκουτζιάμ’ τσιέλιγκας, δυο μέτρα άντρας να σι κουμαντέρν’ μια γ’ναίκα, ιγώ έχου πινήντα κότις κι τ’ς κάμου ότ’ θέλου καμιά δεν ακουτάει να μ’ γυρίσ’ του λόγου κι σι δεν μπουρείς να τα βγάλ’ς πέρα μι μια, τ’ν αφήν’ς κι σι γανών του κιφάλ’». 
Λέει ου Στέργιους: σα να ΄χουν δίκιου τα ζουντανά. Αγλήγουρα παίρν’ του τσικουρούλ’ κι γραμμή για τουν Καλουτίνου , έκουψι ένα γκουρπάτσ’ μι ζιουγκάρια(εξογκώματα). 
Γιναχτιασμένους γύρ’σι άρατους πίσου κι λέει στ’ Στέργινα «του βλέπ’ς αυτό του κουντόξ’λου, για τι σένα το ΄κουψα, άμα σι ξανακούσου να μ’ λες άλλου για του μυστικό θα στου φέρου στα παίδια». «Όχ’, όχ’, Στέργιου μ’ να απ’ τα τώρα του βουλώνου. 
Κι απ΄τα τότι γίγκι αρνί, ότ’ ίλιγι ου Στέργιους ήταν νόμους, χουρίς σχόλια και αντιλουιά. Αυτή η ιστουρία είνι πουλύ παλιά, ιτότι οι γ’ναίκις δεν ακουτούσαν να πούν κουβέντα στουν άντρα-αφέντ’. Οι πάππ’ ίλιγαν ότι για να προυκόψουν σ’ ένα σπίτ’ οι γ’ναίκις δεν έχουν λόγου. Οι άντρις διαφέντιβαν κι πουλλές κουβέντις δεν σιούκουναν. 
Τα κουρίτσια απού μικρά τα δασκάλιβαν να μη γυρνούν λόια. 
Αφού να φανταστείτι ότι οι νύφις δεν κάθουνταν στου τραπέζ’ όταν έτρουγαν, έστηκαν λόρθις κι έπριπι να είνι κι γιλούμινις κι έτ’μις να ικτιλέσουν κάθι προυσταγή. Απ’ τ’ ιδώ βγήκι του παρακάτ’- Έφαγις μπάμπου;- Έφαγα πάππου-Σιούκουσι νύφ’. Αμ’ του άλλου, ου άντρας πάινι καβάλα κι η γ’ναίκα ακολουθούσι φουρτουμέν’ ξύλα. 
Σήμιρα τα πράματα άλλαξαν. Τώρα οι κουκόνις δ’λεύουν, έχουν θ’κό τ’ς πουρτουφόλ’, δε σκιώνουν κι πουλλά κι αφέντ’ς στου κιφάλ’ τ’ς δε βάνουν κι καλά κάμουν. 
Τώρα απαράτσαν κι τα φουστάνια κι φουρούν παντιλόνια κι βρήκαν τ’ν υγειά τ’ς μι τα κρύα του χ’μώνα κι όσις φορένουντι φουστάνια τ’ ανέβασαν πουλύ ψ’λά λες κι είνι ζ’νάρ, αυτό του λέν απιλιφτέρουσ’. Αδουκήθκα(θυμήθηκα), τ’ μπάμπου τ’ Σακουράφινα, τ’ν Παυλίκινα. Έπισι στα χέρια τ’ς ένα πιριουδικό που είχι στου ιξώφυλλου μια κουκόνα μι του φουστάν’ τέσσιρα δάχ’λα απάν’ απού του γόνα. 
Η μπάμπου παραξινεύκι, ήξιρι τα φουστάνια έφταναν μέχρι του κότσ’, τ’ς φάγκι πουλύ κουντό, τσάκουσι του πιριουδικό του σούσι πέρα δώθι κι είπι «Αχ! Να σι είχα ιδώ μώρ’ ζαγάρα, να τσακώσου τ’ν τσουκνίδα κι να σι φουλτακιάσου τα κουλιά που μ’ τα΄βγάλις όλα απ’ όξου.

0 Σχόλια.:

Δημοσίευση σχολίου